Διαμαντής Αδαμάντιος – Adamantios Diamantis [1900-1994] Cypriot

Ο Διαμαντής (Αδαμάντιος) Διαμαντής γεννήθηκε το 1900 στη Λευκωσία και πέθανε το 1994 στην ίδια πόλη. Το 1923 τελείωσε τις σπουδές του στο Βασιλικό Κολέγιο Τέχνης του Λονδίνου και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε για σαράντα περίπου χρόνια ως καθηγητής της τέχνης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας.
Παράλληλα με τη δουλειά του ζωγράφιζε και συγκέντρωνε έργα λαϊκής τέχνης απ’ όλη την Κύπρο. Κεντρικό θέμα της ζωγραφικής του Διαμαντή είναι ο κόσμος της Κύπρου έτσι όπως τον γνώρισε και τον αγάπησε.
Ο καλλιτέχνης είχε πάντα στενή επαφή με όλες τις εκδηλώσεις της κυπριακής ζωής, στα χωριά και τις πόλεις. Αυτές τις εκδηλώσεις τις αναπαριστά με ένα δικό του εκφραστικό τρόπο στα περισσότερα έργα του. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του έργα είναι: «Οι Λεύκες της Λαπήθου», «Στο Πανηγύρι της Παναγιάς του Άρακα», «Οι Αμαξάρηδες της Ασμάλτι», «Κορίτσια της Πάφου», «Αγωνίες» (σειρά από επτά πίνακες αρ. I – VII), «Ο Κόσμος της Κύπρου». Το τελευταίο είναι ίσως και το πιο σημαντικό του έργο.
Είναι φανερές στο έργο του ζωγράφου οι επιδράσεις από ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα όπως είναι ο ιμπρεσσιονισμός. Κατάφερε όμως ο Διαμαντής ν’ αφομοιώσει τις επιδράσεις αυτές και να υιοθετήσει ένα καθαρά προσωπικό τρόπο έκφρασης.
Εκτός των πολλών αξιόλογων πινάκων του, αξιοσημείωτο είναι το πολύ μεγάλο σε μέγεθος έργο του «Ο Κόσμος της Κύπρου». Εκτός από τη σημαντική καλλιτεχνική του αξία, έχει τεράστια συμβολική σημασία για την Κύπρο, καθώς αποδίδει με τον άμεσο τρόπο της τέχνης την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο νησί, λίγα χρόνια πριν από την τουρκική εισβολή.
Έργα του εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη της Κύπρου καθώς και σε πολλές ιδιωτικές συλλογές.

Advertisements
Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Μαδένης Μιχάλης – Michalis Madenis (1960)

Ο Μιχάλης Μαδένης γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1960. Σπούδασε ζωγραφική στην Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας, 1985-1990, με δάσκαλο στο προκαταρκτικό τον Τ. Πατρασκίδη και στη συνέχεια τον Π. Τέτση. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ελεύθερη Ακαδημία Τεχνών της Χάγης, 1991-1994, με υποτροφίες από το Ολλανδικό κράτος και το ΙΚΥ. Έχει παρουσιάσει 12 ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Τσεβά Αγγελική – Aggeliki Tseva [1938]

Παρακολούθησε κατά καιρούς ελεύθερα μαθήματα κεραμικής, σχεδίου και ζωγραφικής καθώς και σεμινάρια κεραμικής στη Γερμανία και Ιταλία, αλλά ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτη. Είναι μέλος του ΕΕΤΕ.
Βασική πηγή έμπνευσής της είναι το τοπίο των Μεσογείων και η λαϊκή παράδοση, την οποία και μελέτησε ιδιαίτερα ιδρύοντας στο Κορωπί το Μουσείο Παράδοσης και Τέχνης το 1985. Tα θέματά της τα εμπνέεται και από τη φύση, τη μυθολογία και τη βυζαντινή αγιογραφία.

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Κοτοπουλέας Παναγιώτης (Κοτο) – Panagiotis Kotopouleas (Koto) [1919-2011]

Σπούδασε ζωγραφική στην »Ecole des Beaux-Arts» στο Παρίσι. Παρουσίασε το έργο του σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και Γαλλία. Του έχουν απονεμηθεί πολλές τιμητικές διακρίσεις. Έργα του βρίσκονται στις Π.Δ. Αθηναίων και Θεσσαλονίκης, στο Εθνικό Μουσείο της Τζακάρτα στην Ινδονησία κ.α.

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Από την Κρητική Σχολή στην Επτανησιακή Σχολή

Μετάβαση από την λατρευτική εικόνα στον θρησκευτικό πίνακα

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Κρήτη αναδεικνύεται ως το αδιαμφισβήτητο κέντρο παραγωγής φορητών εικόνων, αφού η Κρητική Σχολή αναπτύσσεται στον τομέα αυτόν για περισσότερο από δύο αιώνες. Η κατάκτηση, όμως, της Μεγαλονήσου από τους Οθωμανούς (1645-1669) επιφέρει αύξηση των μεταναστευτικών ρευμάτων προς τα Επτάνησα για μετεγκατάσταση ή ως ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο προς τη Βενετία. Η ποιότητα της παραγωγής εικόνων στην Κρήτη υποβαθμίζεται τότε, και το φαινόμενο αυτό συμπίπτει με την ανάδειξη των Επτανήσων (υπό βενετική κυριαρχία) σε νέο καλλιτεχνικό κέντρο παραγωγής εικόνων. Πολλά από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Κρητικής Σχολής υιοθετούνται από καλλιτέχνες που δρουν στα Ιόνια νησιά και τα ωθούν στις πιο ακραίες εκφάνσεις τους. Είναι, λοιπόν, εύλογο να σκεφτούμε ότι, όπως η ίδια η Κρητική Σχολή είχε δεχτεί τον 15ο αιώνα την ανανεωτική επίδραση ζωγράφων που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη, έτσι και μετά την πτώση του Χάνδακα, η άνθηση της ζωγραφικής φορητών εικόνων στα Επτάνησα, η οποία προηγήθηκε της Επτανησιακής Σχολής, σχετίζεται με τη μετανάστευση των Κρητικών.

Εικ.1. Η Προσκύνηση των Μάγων, Εμμανουήλ Τζάνες, 1667. Ξύλο.αυγοτεμπερα. 85×60 εκ. Αθήνα, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (Λ 453/ΣΑ 395). 

Μετά την πρώτη εικοσιπενταετία του 18ου αιώνα, ένα καλλιτεχνικό κίνημα, το οποίο ξεκινά από τη Ζάκυνθο και περιορίζεται στα Επτάνησα, έρχεται σε πλήρη ρήξη με την προηγούμενη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο.
Οι ζωγράφοι της Επτανησιακής Σχολής, εγκαταλείποντας οριστικά την τεχνική των εικόνων, υιοθετούν την τεχνική της ελαιογραφίας (πίνακες σε μουσαμά) και εκφράζονται μέσα από ένα νατουραλιστικό ιδίωμα, που στηρίζεται εξ ολοκλήρου στη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη (εικ. 6). Η θεματολογία της Σχολής, θρησκευτική κυρίως στην αρχή, διευρύνεται στη συνέχεια, ανοίγοντας το δρόμο προς την κοσμική ζωγραφική.
Η υπόθεση, για να μην πούμε η βεβαιότητα, μιας σχέσης ανάμεσα στην τελευταία φάση της Κρητικής Σχολής και στη γένεση της Επτανησιακής έχει υποστηριχτεί από παλιά. Ωστόσο, παραμένουν ανοικτά στην έρευνα ζητήματα που αφορούν τους δεσμούς αυτούς, τον τρόπο με τον οποίο η ζωγραφική των εικόνων στα Επτάνησα προετοιμάζει -στο βαθμό που το κάνει- την πλήρη εγκατάλειψη των τελευταίων αναφορών στη βυζαντινή παράδοση, καθώς και το ιδεολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο του φαινομένου αυτού.
Τη σχέση ανάμεσα στην Κρητική Σχολή και στη ζωγραφική των εικόνων στα Επτάνησα μαρτυρούν τόσο η παραμονή αγιογράφων, προσφύγων από την Κρήτη, στα Ιόνια νησιά, όσο και τα ίδια τα έργα (πολλά από αυτά φιλοτεχνημένα από Κρητικούς) που παραπέμπουν σαφώς στις πρακτικές και το θεματολόγιο της Κρητικής Σχολής. Ήδη από το δεύτερο μισό του 17ου και κατά τον 18ο αιώνα, στα Ιόνια, δημιουργούνται νέα θέματα, εντατικοποιούνται οι επιδράσεις από τη δυτική τέχνη -τη φλαμανδική κυρίως χαλκογραφία-, με αποτέλεσμα η ζωγραφική των εικόνων να καταλήγει σε ένα τοπικό ιδίωμα που ορισμένοι μελετητές θεωρούν αυτόνομη Σχολή.

Εικ.2. Συνάντηση Μαρίας και Ελισάβετ, 1723. Θωράκιο. Ξύλο, αυγοτέμπερα, διάμετρος: 37 εκ. Ζάκυνθος, Ναός της Κυρίας των Αγγέλων

 

Παρόλο που τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα της Επτανησιακής Σχολής θυμίζουν σαφώς δυτικοευρωπαϊκούς πίνακες, ανιχνεύουμε σημεία προσέγγισης τους με την τοπική μεταβυζαντινή ζωγραφική. Αφενός η ίδια η ζωγραφική των εικόνων έχει ήδη εξελιχθεί σε ένα ιδιαίτερα «εκδυτικοποιημένο» ιδίωμα και αφετέρου έχει παρατηρηθεί σχέση μαθητείας ανάμεσα σε μεταβυζα ντινούς ζωγράφους και σε εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής. Αναφέρουμε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τον φερόμενο ως ιδρυτή της Σχολής Παναγιώτη Δοξαρά, ο οποίος έχει μαθητεύσει δίπλα στον πολύ σημαντικό ρεθυμνιώτη αγιογράφο Λέο Μόσκο. Δεν θα μας εξέπληττε, λοιπόν, εάν οι εικόνες, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί, και οι νέοι πίνακες της Επτανησιακής Σχολής ήταν τελικά προϊόντα της ίδιας κοινωνίας.
Σε ποιο βαθμό αποτελεί εξέλιξη και σε ποιο επανάσταση η εγκατάλειψη, στα Επτάνησα, των βασικών δογμάτων της ζωγραφικής των εικόνων για μία οιονεί «νατουραλιστική» τέχνη; Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής δεν είναι δυνατόν να διερευνήσουμε τα αίτια ενός τόσο ξεχωριστού φαινομένου, θα προσπαθήσουμε όμως να φωτίσουμε εκφάνσεις αυτής της διαδικασίας. Ως τελικό προϊόν της τελευταίας θεωρούμε τους θρησκευτικούς πίνακες της επτανησιακής ζωγραφικής. Επικεντρωνόμαστε σε φορητά έργα ζωγραφικής, την εικόνα, και το ανάλογο της, τον πίνακα, δεδομένου ότι η τέχνη της τοιχογραφίας στα αστικά κέντρα των Ιονίων νήσων βρίσκεται σε ύφεση, ενώ η εξέλιξή της στην ύπαιθρο δεν ξεφεύγει από τα όρια της παραδοσιακής ζωγραφικής.

Εικ.3. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Αντώνιος Μυταράς, τέλη 16ου-αρχές 17ου αι. Ξύλο, αυγοτεμπερα. Βενετία. Ελληνικό Ινστιτούτο (AMI 217).

Εικ.3. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Αντώνιος Μυταράς, τέλη 16ου-αρχές 17ου αι. Ξύλο, αυγοτεμπερα. Βενετία. Ελληνικό Ινστιτούτο (AMI 217).

 

Ορίζουμε ως «εικόνα» το κατ’ ουσίαν λατρευτικό αντικείμενο, το οποίο, ζωγραφισμένο (συχνά με αυγοτέμπερα) σε ξύλινο υπόστρωμα, αναπαράγει συνήθως παλαιότερα πρότυπα. Η εικόνα φέρει αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, όπως: το χρυσό φόντο, την ιερατική απεικόνιση, αλλά και τη μετωπικότητα, το γραμμικό πλάσιμο, ή τη γραμμική πτυχολογία, δηλαδή εικαστικές συμβάσεις κληροδοτημένες από τη βυζαντινή τέχνη, που σχετίζονται με την αναπαράσταση του υπερβατικού. Η απώλεια μερικών ή του συνόλου των παραπάνω χαρακτηριστικών οδηγεί στη σταδιακή μεταμόρφωση της θρησκευτικής ζωγραφικής και προοιωνίζεται την έλευση της Επτανησιακής Σχολής.

Το τελευταίο στάδιο της εξέλιξης αυτής εκπροσωπείται από μια σχετικά μεγάλη ομάδα έργων που αντιγράφουν δυτικές χαλκογραφίες. Πρόκειται για θωράκια από τέμπλα ναών της Ζακύνθου, πολλά από αυτά in situ ακόμη σήμερα, τα οποία χρονολογούνται στο τέλος του 17ου και στον 18ο αιώνα. Για να αναδείξουμε την εξέλιξη που συντελείται στους κόλπους της μεταβυζαντινής ζωγραφικής στα Επτάνησα, αρκεί να συγκρίνουμε ένα από αυτά τα θωράκια, συγκεκριμένα τη «Συνάντηση Μαρίας και Ελισάβετ» (εικ. 2) στο ναό της Κυρίας των Αγγέλων (1723), με μια εικόνα του κρητικού αγιογράφου Εμμανουήλ Τζάνε (1610-1690), την «Προσκύνηση των Μάγων» (1667) (εικ. 1), σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας, που αντιγράφει επίσης δυτικό χαρακτικό. Αν και στο τελευταίο αυτό έργο ο Τζάνες μιμήθηκε πιστά το δυτικό πρότυπο, διαφοροποιείται από το τελευταίο, όσον αφορά την απόδοση των πιο ιερών προσώπων, η οποία ακολουθεί τα «παραδοσιακά σχήματα»: το Θείο Βρέφος δεν είναι γυμνό, αλλά ντυμένο με χρυσό χιτώνα, και η Παναγία δεν θυμίζει τη Madonna του χαρακτικού προτύπου, αλλά παραλλάσσει τον εικονογραφικό τύπο της «Madre della Consolazione», τύπο δυτικής προέλευσης, καθιερωμένο όμως στη μεταβυζαντινή εικονογραφία ήδη από τον 15ο αιώνα. Επιπλέον, τα ενδύματα του Χριστού και της Παναγίας χαρακτηρίζονται από στιλιζαρισμένη πτυχολογία και το φόντο του ουρανού είναι χρυσό. Παρατηρούμε λοιπόν εδώ μια πολύ συνηθισμένη πρακτική των ζωγράφων της Κρητικής Σχολής: το συγκερασμό των δύο παραδόσεων, ή μάλλον την προσαρμογή του δυτικού προτύπου στις αρχές της ζωγραφικής των εικόνων.
Παρατηρώντας όμως το θωράκιο (εικ. 2), διαπιστώνουμε την κατάργηση όλων των στερεοτύπων που συνιστούν το σύστημα της «εικονιστικής» λατρευτικής ζωγραφικής. Δεν υπάρχει καμία ιεράρχηση, ή έστω διαφοροποίηση, των αναπαριστώμενων προσώπων.

Εικ.4. θαύμα του αγίου Λουκιανού. Κωνσταντίνος Κοντορίνης. 1708. Ξύλο. αυγοτέμπερα. 41,5x52.5 εκ. Κέρκυρα. Ναός Θεοτόκου Σπηλαιώτισσας.

Εικ.4. θαύμα του αγίου Λουκιανού. Κωνσταντίνος Κοντορίνης. 1708. Ξύλο. αυγοτέμπερα. 41,5×52.5 εκ. Κέρκυρα. Ναός Θεοτόκου Σπηλαιώτισσας.

 

Είναι φανερό πως το πρότυπο δεν έχει υποστεί καμία επεξεργασία, ώστε να πλησιάσει το περιεχόμενο και την αισθητική της εικόνας. Όχι μόνον έχει καταργηθεί η χρήση του χρυσού φόντου ως τρόπου απόδοσης του υπερβατικού, αλλά και η ίδια η επιλογή των χρωμάτων (για την οποία βεβαίως δεν ευθύνεται το χαρακτικό πρότυπο) αναδεικνύει τις τονικές διαβαθμίσεις του τοπίου και την ατμοσφαιρική προοπτική. Είναι γεγονός πως στην ομάδα αυτή των θωρακίων παρατηρούνται διαφοροποιήσεις όσον αφορά το βαθμό αναγραφής των χαρακτικών προτύπων. Όμως το χρυσό φόντο έχει πλέον καταργηθεί και η προβολή της αφήγησης αποτελεί κυρίαρχο κριτήριο για την ίδια την επιλογή των σκηνών (βιβλικών, ευαγγελικών ή από βίους αγίων) που εντάσσονται στο τέμπλο. Τελευταίο χαρακτηριστικό της «εικονιστικής» ζωγραφικής αποτελεί το ξύλινο υπόστρωμα των θωρακίων, μια τεχνική που θα την απαρνηθούν μόνον οι καλλιτέχνες της Επτανησιακής Σχολής. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα θωράκια δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αυτόνομοι θρησκευτικοί πίνακες, όπως αυτοί της Επτανησιακής Σχολής. Και τούτο όχι μόνον εξαιτίας της τεχνικής (αυτή και μόνο δεν θα αρκούσε), αλλά επειδή κατέχουν οργανική θέση σε ένα ευρύτερο σύνολο με καθαρά λειτουργική σημασία (το τέμπλο, το οποίο παραδοσιακά φιλοξενεί λατρευτικές εικόνες), και, επιπροσθέτως, διότι δεν αποτελούν πρωτότυπα έργα, αλλά εξ ολοκλήρου αντίγραφα, συντάσσονται δηλαδή ως προς αυτό με μια πρακτική της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης.

Εικ.5. Το λείψανο του αγίου Σπυρίδωνος, 18ος αι. Ξύλο, αυγοτέμπερα, 45×32 εκ. Βενετία, Ελληνικό Ινστιτούτο.

 

Η θρησκευτική εικόνα χάνει σταδιακά τα ιδιαίτερα μορφολογικά της χαρακτηριστικά, τα οποία συνδέονται με το λατρευτικό της περιεχόμενο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, πρόκειται για ένα φαινόμενο «εκκοσμίκευσης», που λαμβάνει χώρα στην ύστερη φάση της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, δηλαδή από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα μέχρι και τον 18ο αιώνα, ιδιαίτερα στα Επτάνησα. Οι αναφορές στην πραγματικότητα, και συγκεκριμένα στη λατρευτική πρακτική, η έμφαση στην αφήγηση και τον διδακτικό χαρακτήρα, καθώς και το δραματικό, συγκινησιακό στοιχείο «εκλογικεύουν» την εικόνα και συνεπώς συνδέονται με την «εκκοσμίκευσή» της.
Το αφηγηματικό στοιχείο και οι ηθικολογικές προεκτάσεις μεταμορφώνουν την παραδοσιακή εικονογραφία. Αυτό γίνεται κατανοητό εάν παρακολουθήσουμε την εξέλιξη ενός μεταβυζαντινού εικονογραφικού τύπου, του αρχαγγέλου Μιχαήλ, ψυχοπομπού και νικηφόρου (εικ. 3), να καταλήγει σε μια αφηγηματική παράσταση με έντονο ηθικολογικό περιεχόμενο, που απαντά σε βημόθυρα, θωράκια και χαρακτικά από το τέλος του 17ου μέχρι και τον 19ο αιώνα. Η γένεση του αρχικού τύπου σχετίζεται με κύκλους της Κρητικής Σχολής και τοποθετείται στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αιώνα. Ο αρχάγγελος απεικονίζεται να κρατά την ψυχή ενός νεκρού με τη μορφή σπαργανωμένου βρέφους, ενώ πατάει πάνω στο ξαπλωμένο σώμα ενός άνδρα, που προφανώς ταυτίζεται με τον νεκρό παραπέμποντας συγχρόνως στον Άδη και τον Σατανά. Περισσότερο περιγραφικά και εκφραστικά, πολλά από τα μεταγενέστερα έργα δίνουν έμφαση στο ηθικολογικό στοιχείο, λόγω της προσθήκης δαιμόνων που διεκδικούν με τρόπο έντονο την ψυχή του νεκρού. Σε θωράκια ναών της Ζακύνθου που χρονολογούνται στο τέλος του 17ου ή τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, απεικονίζονται πλήθος από αφηγηματικά στοιχεία που προσδιορίζουν χρονικά και τοπικά τη σκηνή. Πρόκειται για τη στιγμή του θανάτου κατά την οποία κρίνεται η ψυχή του νεκρού, την οποία διεκδικούν τόσο ο Γαβριήλ στα δεξιά του Μιχαήλ, όσο και ο διάβολος στα αριστερά του. Επιγραφές προσδιορίζουν τις προθέσεις και των δύο. Η σκηνή τοποθετείται σε αρχιτεκτονικά περιβάλλον, ο αρχάγγελος κρατάει το ζυγό της ψυχοστασίας, ενώ στον ουρανό εμφανίζεται ο Χριστός μέσα σε νεφέλη. Ο διδακτικός ρόλος της παράστασης είναι ξεκάθαρος. Ο θεατής δεν πρέπει να αμαρτάνει, αν θέλει να αποφύγει τις καταστροφικές συνέπειες τη στιγμή της κρίσης.

Εικ.6 Λιτανεία του λειψάνου του αγίου Χαραλάμπη, Ιωάννης Κορόης, 1756. Ελαιογραφία σε μουσαμά, 755*78,5 εκ. Ζάκυνθος, Μουσείο Ζακύνθου (ΜΖ 210), από το ναό του Aγioυ Χαραλάμπη στο ποτάμι (Ζάκυνθος).

Εικ.6 Λιτανεία του λειψάνου του αγίου Χαραλάμπη, Ιωάννης Κορόης, 1756. Ελαιογραφία σε μουσαμά, 755*78,5 εκ. Ζάκυνθος, Μουσείο Ζακύνθου (ΜΖ 210), από το ναό του Aγioυ Χαραλάμπη στο ποτάμι (Ζάκυνθος).

 

Η αναβάθμιση του αφηγηματικού στοιχείου παρατηρείται και στη μορφολογία εικόνων με σκηνές βίων αγίων, στον καταμερισμό της κεντρικής «εικονιστικής» παράστασης (συνήθως μορφή του αγίου) και των αφηγηματικών σκηνών που την περιβάλλουν. Οι σκηνές του βίου σε ορισμένες όψιμες μεταβυζαντινές εικόνες καταλαμβάνουν μεγαλύτερη επιφάνεια απ’ ό,τι συνηθιζόταν έως τότε. Διαταράσσεται δηλαδή η παραδοσιακή σχέση ανάμεσα στη λατρευτική «εικόνα» και στην αφήγηση, προς όφελος της δεύτερης.
Οι αναθηματικές εικόνες (ex-voto) (εικ. 4), οι οποίες πληθαίνουν αυτή την περίοδο, αποτελούν αφηγήσεις θαυμάτων συμβάλλοντας και αυτές στην εκκοσμίκευση της θρησκευτικής ζωγραφικής. Δείγμα ευγνωμοσύνης, σε ανάμνηση θαυμάτων, οι αναθηματικές εικόνες διευρύνουν τη συνήθη θεματολογία με «γεγονότα» που θεωρούνται σύγχρονα ή περίπου σύγχρονα της κατασκευής τους. Ο ζωγράφος έχει πλέον τη δυνατότητα να απομακρυνθεί από τα συνήθη παραδοσιακά σχήματα και να αυτοσχεδιάσει, με αποτέλεσμα την απώλεια ενός θεμελιώδους χαρακτηριστικού της «εικονιστικής» ζωγραφικής: της εξάρτησης από προηγούμενο πρότυπο. Αν και σχετίζονται με τη λατρεία, οι αναθηματικές εικόνες δεν αποτελούν ούτε «εικονιστική» απόδοση αγίων στους οποίους απευθύνεται η ευλάβεια του πιστού, ούτε παραστάσεις με δογματικό περιεχόμενο. Τα θέματά τους εξιστορούν ένα θαύμα, παραμένοντας αφηγηματικά και συνεπώς περισσότερο «λογικά». Η αύξηση των αναθηματικών εικόνων σηματοδοτεί το πέρασμα από την a priori πίστη στην «εκλογίκευση» της πίστης μέσω της θέασης.
Την ίδια εποχή, η θεματολογία των εικόνων εμπλουτίζεται επίσης με στοιχεία από την πραγματικότητα που σχετίζονται με τη λατρεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απεικόνιση του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα σε μεταβυζαντινές εικόνες των Επτανήσων (εικ. 5). Οι εικόνες αυτές αναπαριστούν το λείψανο του αγίου έτσι όπως πραγματικά εμφανίζεται στο κοινό (δηλαδή μέσα στη λάρνακα όπου ήταν τοποθετημένο). Πρόκειται για αντικείμενο δημόσιας λατρείας και ένα είδος ex-voto, δεδομένου πως το λείψανο αυτό θεωρείται θαυματουργό. Η απεικόνιση του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα, αντί του ίδιου του αγίου, μαρτυρεί, νομίζουμε, μια εσωτερική εξέλιξη της θρησκευτικής ζωγραφικής των εικόνων. Οι καλλιτέχνες της Επτανησιακής Σχολής θα προχωρήσουν περαιτέρω στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, υποβιβάζοντας έτσι το θρησκευτικό περιεχόμενο σε όφελος του κοινωνικού. Θα δημιουργήσουν πίνακες με θέμα τη λατρευτική πρακτική προς τιμή των αγίων, δηλαδή λιτανείες των λειψάνων τους, που ταυτίζονται με τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής των νησιών (εικ. 6). Οι πίνακες αυτοί αναπαριστούν την πραγματικότητα ενός παγιωμένου τελετουργικού, μόνο κατ’ επίφαση θρησκευτικού, δηλαδή πλήρως εκκοσμικευμένου, το οποίο αναδεικνύει την κοινωνική ιεράρχηση ακολουθώντας το βενετσιάνικο πρότυπο.
Όπως αποδεικνύουν και οι απεικονίσεις του αρχάγγελου Μιχαήλ ως τιμωρού που είδαμε, τώρα πληθαίνουν και οι εικόνες με ηθικολογικό ή/και διδακτικό χαρακτήρα. Απευθυνόμενα στη λογική, τα έργα αυτά εξηγούν ή παραδειγματίζουν, αλλοιώνοντας έτσι σταδιακά το «παραδοσιακό» λατρευτικό περιεχόμενο της θρησκευτικής ζωγραφικής. Παράδειγμα αποτελεί το «Μυστήριο της εξομολογήσεως» (εικ. 7) στο ναό της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα με προφανές το ηθικό δίδαγμα για την αναγκαιότητα της εξομολόγησης. Στο έργο αυτό, που αποτελεί αμάλγαμα από «εικονιστικά» και «νατουραλιστικά» στοιχεία, η ίδια η ετερομορφία του ύφους αναδεικνύει το διδακτικό περιεχόμενο. Ενώ ο θεατής αναγνωρίζει τον εαυτό του στη «νατουραλιστική» μορφή του πιστού που οδηγείται στην εκκλησία, συγχρόνως αντιλαμβάνεται την ιερότητα του αρχαγγέλου Μιχαήλ μέσω της «εικονιστικής» απόδοσης του τελευταίου.
Τέλος, η θρησκευτική ζωγραφική στα Επτάνησα του 17ου και του 18ου αιώνα στοχεύει στη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή μέσα από τον εξανθρωπισμό του Θείου. Το Πάθος του Χριστού προβάλλεται πειστικότερα από ποτέ στη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή τέχνη, όπως αποδεικνύει η αντιπαραβολή δύο χαρακτηριστικών εικονογραφικών τύπων: της «Άκρας Ταπείνωσης» σας κρητικές εικόνες και του «Ίδε ο Άνθρωπος» σε επτανησιακά βημόθυρα. Ο παραδοσιακός τύπος της «Άκρας Ταπείνωσης», όπου ο Χριστός, ζωντανός ή νεκρός, αναδύεται μέσα από τη σαρκοφάγο με ορατά τα σημεία του Πάθους του, είναι βυζαντινής προέλευσης και γνωρίζει μεγάλη απήχηση από τον 15ο αιώνα και μετά στις μεταβυζαντινές και κυρίως τις κρητικές εικόνες, υπό την επίδραση ζωγράφων της πρώιμης Αναγέννησης. Όσο και αν αναδεικνύουν το δράμα του Θεανθρώπου, οι εικόνες αυτές παραμένουν σχετικά συμβατικές στην απόδοση της μορφής, διατηρώντας τον δογματικό χαρακτήρα της παράστασης (η ζωή εν Τάφω), ενώ στον αντίστοιχο τύπο του «Ίδε ο Άνθρωπος» στα Ιόνια νησιά τονίζεται πάνω απ’ όλα το δραματικό στοιχείο μέσα από την έκφραση του προσώπου και τον εξανθρωπισμό της μορφής του Χριστού. Τα ίδια παρατηρούμε και σε επιταφίους της εποχής, ή στον «άγγελο του Πάθους», όπως εμφανίζεται σε επτανησιακά βημόθυρα, να κρατάει τα σύμβολα του Πάθους ή το ίδιο το νεκρό σώμα του Θεανθρώπου, με πρόσωπο παραμορφωμένο από την οδύνη, προκαλώντας τη συγκινησιακή συμμετοχή των θεατών.

Εικ.7. Το Μυστήριο της Εξομολογήσεως, αρχές του 18ου αιώνα. Ξύλο, αυγοτέμπερα,76×64,5 εκ. Κέρκυρα, Ναός της Παναγίας των Ξένων.

 

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό πως η έμφαση στο αφηγηματικό στοιχείο και στη δραματικότητα, ο διδακτικός χαρακτήρας, καθώς και ο εμπλουτισμός της θεματολογίας από τη λατρευτική πρακτική μετουσιώνουν την εικόνα. Το λατρευτικό της περιεχόμενο, έτσι όπως είχε κληροδοτηθεί από τη βυζαντινή παράδοση, μεταλλάσσεται. Πρόκειται για μια εξέλιξη της τέχνης υπό την καθοριστική επίδραση των δυτικών προτύπων. Οι απαρχές της εξέλιξης αυτής θα πρέπει να αναζητηθούν στην Κρητική Σχολή, έτσι όπως αυτή εκφράζεται στα Επτάνησα μετά τη μετανάστευση των κρητικών ζωγράφων στο χώρο αυτό. Υπό αυτές τις συνθήκες η μεταβυζαντινή ζωγραφική των Επτανήσων απομακρύνεται σταδιακά από τα μορφολογικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής εικόνας, καθιστώντας το είδος αυτό παρωχημένο και ασύμβατο με τη θρησκευτικότητα μιας κοινωνίας εν εξελίξει. Οι κοινωνίες αυτές, κυρίως της Κέρκυρας και της Ζακύνθου, παρουσιάζονται πλέον με αστικές δομές, σε μεγάλο βαθμό εκκοσμικευμένες κατά τα πρότυπα της Βενετίας. Οι κοινωνίες αυτές βρίσκονται επίσης υπό την πολιτική και θρησκευτική διακυβέρνηση πολλών κέντρων εξουσίας και υπό την επίδραση διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων. Έτσι. στα Ιόνια νησιά η Επτανησιακή Σχολή θα πράξει κάτι που δεν θέλησαν να πράξουν επί πολλούς αιώνες οι ελληνικοί πληθυσμοί υπό ξένη κυριαρχία, θα αφήσει πίσω της και τα τελευταία κατάλοιπα της βυζαντινής παράδοσης υιοθετώντας τρόπους ζωγραφικής που στηρίζονται εξ ολοκλήρου σε δυτικά πρότυπα.

Ειρήνη Λεοντακανιάκου

Δρ. Ιστορίας και Τέχνης

όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 99, Ιούνιος 2006 

 

Posted in ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ | Σχολιάστε

Πρέκα Μερόπη – Meropi Preka [1934]

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934 και σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ και την τεχνική του βιτρώ στην Ecole de Metiers d’ Art στο Παρίσι. Είναι από τις λίγες Ελληνίδες που ασχολείται με την τέχνη αυτή και έργα της σε βιτρό υπάρχουν πολλά στην Ελλάδα και άλλες χώρες, κυρίως στην Αγγλία και Σκωτία, σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Η ζωγραφική της σε λάδι ή ακουαρέλα αποδίδεται με χρωματική σιγουριά και ποιητική διάθεση.

 

Meropi Preka was born on 13 March 1934 in Athens, Greece. She studied painting at the Athens School of Fine Arts (1958) under Andreas Georgiadis; Yannis Moralis; Pavlos Mylonas; and Pantelis Prevelakis. In 1963 a scholarship enabled her to study the techinique of stained glass at the École Supérieure Nationale des Métiers d’Arts, in Paris, under M. Frézil and René Giroux.

psatharis-auctions.com.cy

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Στεφανίδης Τάσος – Tasos Stephanides [1917-1996] Cypriot

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1917 και πέθανε το 1996. Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, την συγγραφή επιθεωρήσεων στα χρόνια του Β παγκοσμίου πολέμου.

Από το 1950 αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη ζωγραφική. Το έργο του χαρακτηρίζει έντονο εξπρεσιονιστικό πάθος και δραματική ένταση. Αλληγορικό με συμβολικές προεκτάσεις και έντονο το στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας. Το έργο του παρουσιάστηκε σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Κύπρο, την Αθήνα, το Εδιμβούργο, το Λονδίνο, τη Γερμανία, τις πρώην Ανατολικές χώρες, και το Παρίσι. Έργα του παρουσιάστηκαν επίσης στις Μπιενάλε Αλεξανδρείας και Καίρου. Έργα του βρίσκονται στην Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης και σε κρατικές και ιδιωτικές συλλογές και ιδρύματα στην Κύπρο και το εξωτερικό.

 

He was born in Nicosia in 1917 and pasted away in 1966. He wrote poetry, prose and inspection writing in the years of the World War II. Since 1950 he dedicated a big part of his life in painting. His work is characterized by intense expressionistic passion and dramatic tension. It is allegorical with an intense element of existing anxiety. His work has been presented in solo and group exhibitions in Cyprus, Athens, Edinburgh, London, Germany and Paris as well as in well-known biennales. His work can also be found in the National Art Gallery of Contemporary Cypriot Art and in national and private collections in Cyprus and abroad.

psatharis-auctions.com.cy

Posted in ΚΥΠΡΙΟΙ ΖΩΡΓΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Βερούκας Αλέξανδρος – Alexandros Veroucas [1968]

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε στο Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών Cereleum της Λωζάνης. Στη συνέχεια, σπούδασε Ιστορία Τέχνης στο Institut d’ Art et Archeologie καθώς και Ζωγραφική και Λιθογραφία στην Ecole Nationale Superieure des Beaux-arts στο Παρίσι. Έχει εκθέσει σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.

 

Born in Athens, Greece in 1968. He studied at the Laboratory of Graphic design Ceruleum in Lausanne. After that he studied Art History at the Institut d’ Art et Archeologie, Painting and Lithography at the Ecole Nationale Superieure des Beaux-arts in Paris. He has exhibited in many European cities.

frissirasmuseum.com

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Μισούρας Τάσος – Tassos Missouras [1963]

Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1963. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1981-1986) με δάσκαλους τον Δημήτρη Μυταρά, τη Ρένα Παπασπύρου, τον Γιάννη Μόραλη, τον Δημήτρη Κούκο και τον Ζαχαρία Αρβανίτη. Απέσπασε υποτροφίες για όλα τα έτη των σπουδών του και αποφοίτησε με βαθμό πτυχίου Άριστα. Το 1987 συνέχισε τις σπουδές του, με υποτροφία του γαλλικού κράτους (CROUS), στην École nationale supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι (1987-1991) με δάσκαλο τον Leonardo Cremonini και το 1988 απέσπασε υποτροφία του ελληνικού κράτους (Ι.Κ.Υ.) για την École nationale supérieure des Arts Decoratifs του Παρισιού. Έργα του βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

Born in Larissa in 1963, he was an Athens School of Fine Arts student (1981-1986) of Dimitris Mytaras, Rena Papaspyrou, Yannis Moralis, Dimitris Koukos and Zacharias Arvanitis. Throughout his studies he was granted scholarships; eventually he received his degree summa cum laude. In 1987 he won a French state higher education scholarship (CROUS) to study at the École Nationale Supérieure des Beaux-Arts (1987-1991) under the tutelage of Leonardo Cremonini and in 1988 he received a Greek State Scholarships Foundation (Ι.Κ.Υ.) grant to pursue his studies at the Parisian École Nationale Supérieure des Arts Decoratifs. Works of his are included in public and private collections both in Greece and abroad. He resides and works in Athens.

felioscollection.gr

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Σάββα Χριστόφορος – Christoforos Savva [1924-1968] Cypriot

Ο Χριστόφορος Σάββα γεννήθηκε το 1924 στον Μαραθόβουνο. Από το 1943 μέχρι το 1946 υπηρέτησε στο Κυπριακό Σύνταγμα του Αγγλικού Στρατού. Το 1947 μετανάστευσε στην Αγγλία όπου μέχρι το 1953 σπούδασε ζωγραφική στο St Martin’s School of Art και στο Heatherley’s School. Επέστρεψε στην Κύπρο το 1954. Τον ίδιο χρόνο οργάνωσε την πρώτη του έκθεση με τον Roddy Maude-Roxby. To 1955 ίδρυσε μαζί με άλλους την Παγκύπρια Ένωση Φιλοτέχνων της οποίας ήταν πρόεδρος.
Από το 1956 – 1959 έζησε στο Παρίσι όπου παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στην Ακαδημία του Andre Lhote.Αυτήν την περίοδο παρουσίασε έργα του τόσο στη Γαλλία όσο και στην Κύπρο.
Επέστρεψε στην Κύπρο το 1960 και ίδρυσε την γκαλερί «Απόφαση» μαζί με τον Glyn Hughes. To 1960, υπό την αιγίδα της UNESCO εξέθεσε με τον Glyn Hughes και S. Burdau στην Βηρυτό. Το 1962 εκπροσώπησε την Κύπρο, μαζί με τον Αδαμάντιο Διαμαντή τον Πωλ Γεωργίου και τον A. Mentesh, στην έκθεση “Commonwealth Art Today” στο Λονδίνο. Το 1963 εξέθεσε ακουαρέλες πάνω σε ποιήματα του Θεοκλή Κουγιάλη. Το 1967 παντρεύτηκε την Christine Waterhouse.
To 1967 συμμετείχε με την υφασματογραφία Σταύρωση στη δημοπρασία που διοργανώθηκε στην Park Benet Gallery της Νέας Υόρκης για την ίδρυση Παγκόσμιου Κέντρου Ειρήνης στο Μπέλλα-Πάις, το 1968 σε αναδρομική έκθεση στο Ινστιτούτο Γκαίτε παρουσίασε τις συνθέσεις του με καρφίτσες. Αυτή ήταν η τελευταία έκθεση του στην Κύπρο. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου εκπροσώπησε μαζί με άλλους την Κύπρο στην Μπιενάλε της Βενετίας.

 

Born in Marathovouno, 1924. Studied art in London at St. Mantin’s School of Art and Heatherley’s School of Art (1947 – 1953) and in Paris at the Andre Lhote Academy (1956 – 1959). In Cyprus developed extensive artistic and cultural activities. In 1955 founded the “Art-Lovers’ Society” and in 1960 together with Glyn Hughes the Apophasis Gallery, which developed into the first cultural center of the newly founded Cyprus Republic. Died in Sheffield in 1968.

psatharis-auctions.com.cy

Posted in ΚΥΠΡΙΟΙ ΖΩΡΓΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Συρίγος Γεώργιος – Giorgos Sirigos [1906-1989]

Ηταν μία ξεχωριστή μορφή ο Γιώργος Συρίγος (1906 – 1989), ζωγράφος και καλλιτεχνική προσωπικότητα μεγάλης ευαισθησίας, που ο κόσμος του θεάτρου τον γνώρισε και τον αγάπησε μέσα από τη συνεργασία του με τον μεγάλο σκηνογράφο Γιώργο Ανεμογιάννη. Ομως, ο Γιώργος Συρίγος υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος βαθιάς παιδείας και υψηλού γούστου, που σε όλη του τη ζωή ζωγράφιζε και αποτύπωνε τα θέματα που τον συγκινούσαν σε έργα τέχνης τα οποία αγάπησαν κοινό και συλλέκτες. Είχε ταλέντο στα πορτρέτα, στα άνθη αλλά πάνω απ’ όλα στην τοπιογραφία και στα αρχιτεκτονήματα, στους όγκους και στις διαθλάσεις του φωτός, αρετές που αξιοποίησε χαρισματικά κάθε φορά που ζωγράφιζε την αγαπημένη του Σαντορίνη.
Ο Γιώργος Συρίγος είχε ένα εντελώς δικό του τρόπο να αναδεικνύει το τοπίο της Θήρας, τα χρώματα, τους όγκους, τη δύναμη του φωτός. Ερχόταν συχνά στο νησί για να ζωγραφίσει και πριν και μετά τους σεισμούς του 1956. Ειδικά στην Οία, περνούσε ώρες ζωγραφίζοντας, γοητευμένος από το αιώνιο τοπίο της.

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Βαμβατήρα Μάγδα – Magda Vamvatira [1946]

Η ζωγράφος γεννήθηκε στο Βόλο και μεγάλωσε στη Λάρισα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και Νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας.
Από το 1970 ως το 1981 εργάστηκε στον Ιδιωτικό Τομέα. Εξακολούθησε τις σπουδές, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου σπούδασε και στους τρεις τομείς της σχολής και πήρε πτυχίο για τον καθένα χωριστά
1987-1992:Ζωγραφική με τον Παναγιώτη Τέτση
1992-1997:Χαρακτική με τους Θανάση Εξαρχόπουλο και Γιάννη Παπαδάκη
1998-2003:Γλυπτική με τον Θόδωρο Παπαγιάννη
Παράλληλα, παρακολούθησε τα εργαστήρια Σκηνογραφίας, Ψηφιδωτού και Νωπογραφίας και Φορητών Εικόνων. Από το 1993 μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και κυρίως στο εξωτερικό, όπου είναι γνωστή η χαρακτική της (πάνω από εκατό συμμετοχές σε είκοσι εννέα χώρες).
Έχει πάρει πέντε διακρίσεις, ένα μετάλλιο και ένα δεύτερο βραβείο (Πολωνία, Λιθουανία, Ιταλία, Καζακστάν) για την ξυλογραφία της σε όρθιο ξύλο.
Έργα της υπάρχουν στους τόπους που εξέθεσε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Τσακάλη Άννα Μαρία – Anna Maria Tsakali [1959]

Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1959. Σπούδασε ζωγραφική στην École nationale superieure des Beux-Arts του Παρισιού με καθηγητή τον Leonardo Cremonini (1983-1987). Από το 1989 έχει πραγματοποιήσει πάνω από δέκα ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό και έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές.

Posted in ΖΩΓΡΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Κούλλης Κυριάκος – Kyriakos Koullis [1918-2002] Cypriot

Αυτοδίδακτος. Από το 1971 επιδόθηκε στη ζωγραφική αγροτικών κυρίως θεμάτων καθώς και άλλων, εμπνευσμένων από την καθημερινή ζωή των χωρικών της Κύπρου. Ο λαϊκός ζωγράφος γεννήθηκε στη Μουσουλίτα Αμμοχώστου το 1918 και απεβιώσε στην Πάφο το 2002.

 

A self-taught artist, Koullis concentrated on painting rural life from 1971 onwards, as well as the daily life of the Cypriot provincials. The folk painter was born in 1918 in Mousoulita, Famagusta, and passed away in Paphos in 2002.

intropik-test.com

Posted in ΚΥΠΡΙΟΙ ΖΩΡΓΑΦΟΙ | Σχολιάστε

Νικολαϊδου Λουκία – Loukia Nikolaidou [1909-1994] Cypriot

Η Λουκία Νικολαΐδου-Βασιλείου, κόρη εύπορης οικογένειας, γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1909. Φοίτησε στην Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών και Ελληνικών Μαθημάτων.
Όταν αποφοίτησε από τη σχολή, διδάχθηκε ζωγραφική από τη σχολή ABC του Παρισιού, μέσω αλληλογραφίας.
Με την παρότρυνση του ζωγράφου Βασίλη Βρυωνίδη, πήρε τη μεγάλη απόφαση να πάει στο Παρίσι για σπουδές. Για τα δεδομένα της Κύπρου εκείνης της εποχής, η απόφαση αυτή θεωρήθηκε επαναστατική, αφού η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι και στην οικογένεια. Έτσι, η ΛουκίαΝικολαΐδου έγινε η πρώτη Κύπρια γυναίκα που σπούδασε
τέχνη. Το 1929 φοίτησε για έναν χρόνο στην Ακαδημία Colarossi και, ακολούθως, με παρότρυνση του Έλληνα γλύπτη Κωνσταντίνου Δημητριάδη, μετεγγράφηκε στην
Ecole Nationale Superieure des Beaux-Arts. Μαθήτευσε στο εργαστήρι του Lucien Simon, ο οποίος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέψης της.
Το 1933 πήρε το δίπλωμά της και επέστρεψε στην Κύπρο. Οργάνωσε την πρώτη της ατομική έκθεση το 1934, χωρίς  θετική ανταπόκριση από το κυπριακό κοινό, που δεν ήταν ακόμη έτοιμο να δεχτεί μία διαφορετική, πιο σύγχρονη απόδοση της πραγματικότητας. Ακολούθησαν και άλλες ατομικές εκθέσεις με παρόμοια ψυχρή ανταπόκριση από το κοινό. Το 1937 αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, όπου συνέχισε την καλλιτεχνική της δημιουργία και εξέθεσε τα έργα της σε ομαδική έκθεση, παίρνοντας πολύ θετικές κριτικές από τον τύπο. Τα επόμενα χρόνια παντρεύτηκε και σταδιακά απομακρύνθηκε από την καλλιτεχνική κίνηση, επικεντρώνοντας την προσοχή της στην οικογένειά της και στη φροντίδα των τριών κοριτσιών της.
Πέθανε στην Αγγλία το 1994.

Posted in ΚΥΠΡΙΟΙ ΖΩΡΓΑΦΟΙ | Σχολιάστε